top of page
  • 8 Απρ
  • διαβάστηκε 5 λεπτά

Για πολλούς ανθρώπους από την Αλβανία που ζουν στην Ελλάδα, η ζωή μοιάζει σαν να απλώνεται ανάμεσα σε δύο πατρίδες, χωρίς να νιώθουν ποτέ 100% ότι ανήκουν σε καμία. Στην καθημερινότητα, αυτό φαίνεται σε μικρά και μεγάλα πράγματα, στη δουλειά, όπου συχνά πρέπει να προσπαθείς λίγο παραπάνω για να σε πάρουν στα σοβαρά, στη γλώσσα, όταν μιλάς ελληνικά, αλλά νιώθεις ότι κάποιες σκέψεις βγαίνουν πιο εύκολα μόνο στα αλβανικά, στις σχέσεις, όταν φοβάσαι μην παρεξηγηθείς, όταν ζυγίζεις τις λέξεις σου, όταν σκέφτεσαι πώς σε βλέπουν «οι άλλοι».

Πολλοί μετανάστες ζουν με μια αίσθηση «διπλής ζωής». Εδώ δουλεύεις, μεγαλώνεις παιδιά, πληρώνεις λογαριασμούς. Εκεί, στην πατρίδα, μένουν οι γονείς, τα αδέλφια, τα παιδικά σου χρόνια, τα χωριά, οι γιορτές, οι μυρωδιές. Και όσο περνούν τα χρόνια, αυτή η απόσταση δεν είναι μόνο γεωγραφική, γίνεται και συναισθηματική. Νιώθεις ότι απομακρύνεσαι, αλλά δεν θέλεις να χάσεις την επαφή. Σαν να ζεις με μια μόνιμη νοσταλγία και νιώθεις πως η καρδιά σου χτυπά ταυτόχρονα σε δύο στήθη.

Ωστόσο, υπάρχει και κάτι πιο βαθύ, πιο βαρύ, που πολλές φορές δεν λέγεται εύκολα. Η γενιά των γονιών μας, η πρώτη γενιά μεταναστών, έζησε απώλειες χωρίς να μπορέσει να τις πενθήσει όπως θα ήθελε. Πόσοι γονείς, θείοι, θείες, παππούδες, γιαγιάδες πέθαναν, ενώ τα παιδιά τους ήταν εδώ, «ξένοι», χωρίς χαρτιά, χωρίς την ελευθερία να πάνε και να γυρίσουν. Πόσοι άνθρωποι έμαθαν από ένα τηλεφώνημα ότι «έφυγε» η μητέρα, ο πατέρας, ο αδερφός τους, και το μόνο που μπορούσαν να πουν ήταν «τι να κάνω τώρα;». Να αναρωτιούνται αν αξίζει να τα παρατήσουν όλα απλά για να πουν το αντίο από κοντά ή να αμφιταλαντεύονται ανάμεσα στο «πρέπει να παραβρεθώ στην κηδεία» και στο «μα τι θα κάνουν τα παιδιά μου αν δεν μπορέσω να γυρίσω πίσω;».

Το να μην μπορείς να είσαι στην κηδεία ενός δικού σου ανθρώπου, να μην μπορείς να δώσεις ένα τελευταίο φιλί, να μην ακούσεις την τελευταία προσευχή, αφήνει μέσα σου μια πληγή που δεν κλείνει εύκολα. Σαν να άνοιξε ένα κεφάλαιο που ποτέ δεν ολοκληρώθηκε. Σαν να έμεινε ένα «αντίο» κολλημένο στον λαιμό. Σαν να έφυγαν μεν οι άνθρωποί σου αλλά ταυτόχρονα να πιστεύεις ακόμα πως περπατάνε πάνω στη γη, γιατί δεν είδες την τελευταία πράξη του έργου και για σένα δεν έχουν πέσει ακόμα οι τίτλοι τέλους.

Κι αυτό δεν είναι απλώς «στεναχώρια». Είναι ένα είδος πένθους χωρίς κλείσιμο, χωρίς τελετουργία, χωρίς το «μαζί» της οικογένειας. Ένα πένθος στο οποίο εμπλέκονται ενοχές («μήπως έπρεπε να είχα γυρίσει;»), θυμός («γιατί να είναι έτσι τα πράγματα;»), φόβος («κι αν ξανασυμβεί και δεν μπορώ πάλι να πάω;»).

Πολλοί από τους γονείς μας, που ήταν και η πρώτη μεταναστευτική γενιά, δεν είχαν ούτε τον χώρο ούτε τη γλώσσα να μιλήσουν γι' αυτό. Συνέχισαν τη ζωή τους, δούλεψαν σκληρά, μεγάλωσαν τα παιδιά τους, αλλά ο πόνος παρέμεινε μέσα τους. Κάποιες φορές βγήκε σαν νεύρα, σαν αυστηρότητα, σαν απόσταση. Κάποιες φορές βγήκε σαν σιωπή.

Και κάπως έτσι, αυτό το ανείπωτο πένθος πέρασε και στη νέα γενιά. Όχι πάντα με ιστορίες, αλλά με συναισθήματα. Παιδιά που μεγάλωσαν νιώθοντας ότι «κάτι βαραίνει» στο σπίτι, χωρίς να ξέρουν ακριβώς τι. Παιδιά που έμαθαν από μικρά ότι «δεν παραπονιόμαστε, προχωράμε». Ότι η ευαλωτότητα είναι πολυτέλεια. Ότι το να ζητάς βοήθεια είναι κάπως «ντροπή». Ότι τα συναισθήματα πένθους και πόνου δεν έχουν τόπο στην καθημερινότητά μας.

Η μετανάστευση δεν παίρνει μόνο ανθρώπους από τον τόπο τους. Παίρνει και κομμάτια της καθημερινής ασφάλειας, τη γλώσσα που μιλάς χωρίς να σκέφτεσαι, το να βγαίνεις έξω και να ξέρεις «αυτοί είναι οι δικοί μου άνθρωποι», την αίσθηση του «ανήκειν», και πως αν συμβεί κάτι, ξέρεις πως η οικογένεια είναι δύο στενά πιο κάτω. Αυτές οι «μικρές» απώλειες, όταν μαζευτούν, κουράζουν την ψυχή σου.

Κι ύστερα, υπάρχουν και οι ματιές ή τα σχόλια που πληγώνουν, όταν σε κοιτούν με καχυποψία επειδή είσαι «ξένος», όταν ακούς αστεία ή κουβέντες που σε κάνουν να νιώθεις λιγότερο αποδεκτός, όταν νιώθεις ότι πρέπει να αποδείξεις ότι «δεν είσαι όπως νομίζουν», όταν πρέπει να κατεβάσεις το κεφάλι σε ό,τι σε αδικεί. Αυτές οι εμπειρίες μπορεί στην αρχή να φαίνονται μικρές, αλλά με τον χρόνο χτίζουν άγχος, θυμό, κούραση, παράδοση.

Μέσα σε όλα αυτά, υπάρχουν και οι δυσκολίες της καθημερινότητας ενός μετανάστη, ασταθής δουλειά, χαμηλοί μισθοί, ανασφάλεια για το μέλλον, γραφειοκρατία με τα χαρτιά, φόβος μην αλλάξει πάλι ο μεταναστευτικός νόμος και βρεθείς πάλι στον αέρα. Όταν ζεις έτσι για χρόνια, το σώμα και το μυαλό μαθαίνουν να λειτουργούν στο «συναγερμό» και μόνιμα σε μια κατάσταση επιβίωσης. Είναι λογικό να νιώθεις εξάντληση, να μην κοιμάσαι καλά, να έχεις νεύρα ή να νιώθεις ότι «δεν αντέχεις άλλο».

Γι' αυτούς που ανήκουν στη δεύτερη γενιά μεταναστών, ή αν ήρθες μικρός στην Ελλάδα, ίσως νιώθεις ότι είσαι κάπου στη μέση. Εδώ έχεις φίλους, εδώ πήγες σχολείο, εδώ δουλεύεις, εδώ δημιουργήθηκες ως χαρακτήρας, ίσως και να γεννήθηκες εδώ. Αλλά στο σπίτι μιλάτε άλλη γλώσσα, πολλές φορές οι προτάσεις είναι μια μίξη από Αλβανικά και Ελληνικά. Ακολουθείτε τα έθιμα και των δύο χωρών, αλλά και πάλι κάποιες φορές νιώθεις ότι δεν είσαι «αρκετά Έλληνας» όταν είσαι έξω, αλλά ούτε «αρκετά Αλβανός» όταν είσαι με συγγενείς. Αυτή η αίσθηση «ανάμεσα» μπορεί να δημιουργεί σύγχυση και πολλές εσωτερικές συγκρούσεις για την ταυτότητα.

Μπορεί να πιάνεις τον εαυτό σου να προσπαθεί να είναι «τέλειος» για να μην απογοητεύσει τους γονείς που θυσίασαν τόσα. Να νιώθεις ενοχή αν κουραστείς, αν πεις «δεν μπορώ», αν βάλεις τον εαυτό σου πρώτο. Να σκέφτεσαι: «μα εκείνοι πέρασαν χειρότερα, εγώ τι δικαίωμα έχω να παραπονιέμαι;». Όμως ο πόνος δεν είναι ανταγωνισμός και καθένας μας έχει δικαίωμα στα συναισθήματά του.

Πολλοί άνθρωποι κουβαλούν αυτά τα συναισθήματα σιωπηλά για χρόνια. Άλλοι τα νιώθουν στο σώμα τους, με κρίσεις πανικού, πονοκεφάλους, πόνους στο στομάχι, δυσκολία στον ύπνο, μια μόνιμη ένταση. Άλλοι τα βλέπουν στη συμπεριφορά τους, σε ξεσπάσματα θυμού, απομάκρυνση από τους άλλους, δυσκολία να εμπιστευτούν, μια αίσθηση ότι «δεν χωράω πουθενά». Όλα αυτά δεν σημαίνουν ότι «κάτι δεν πάει καλά με εσένα». Σημαίνουν ότι έχεις περάσει πολλά, ίσως περισσότερα απ' όσα έχεις μπορέσει μέχρι τώρα να εκφράσεις.

Ως θεραπευτές, πιστεύουμε βαθιά ότι οι άνθρωποι δεν χρειάζονται μόνο συμβουλές. Χρειάζονται έναν χώρο όπου θα ακουστούν πραγματικά. Έναν χώρο όπου μπορούν να μιλήσουν για τον πόνο τους χωρίς να τους πει κανείς «υπάρχουν και χειρότερα», χωρίς να τους συγκρίνει, χωρίς να τους κρίνει. Να μιλήσουν για τις απώλειες, για τους φόβους, για τα όνειρα που αναγκάστηκαν να αφήσουν στην άκρη.

Η θεραπεία μπορεί να γίνει ένας τέτοιος χώρος. Ένα μέρος όπου μπορείς να φέρεις μαζί όλες σου τις πλευρές, τον άνθρωπο που δουλεύει σκληρά, το παιδί που κάποτε αποχαιρέτησε την πατρίδα του, τον ενήλικα που προσπαθεί να φτιάξει μια ζωή σε έναν ξένο και νέο τόπο, τον γονιό που δεν θέλει τα παιδιά του να κουβαλήσουν τον ίδιο πόνο. Σιγά σιγά, μέσα από τις συναντήσεις, μπορείς να αρχίσεις να δίνεις όνομα σε αυτά που νιώθεις, να τα καταλαβαίνεις, να τα βάζεις σε μια σειρά.

Στο Therapyway, γνωρίζουμε πόσο δύσκολο μπορεί να είναι το πρώτο βήμα. Γι' αυτό προσφέρουμε 14 συνεδρίες δωρεάν, ώστε να μπορείς να γνωρίσεις τη διαδικασία χωρίς οικονομική πίεση και να δεις αν σου ταιριάζει. Στην ομάδα μας μπορείς να βρεις θεραπευτές που μιλάνε Αλβανικά ή Ελληνικά και σε περιμένουμε είτε διαδικτυακά είτε από κοντά, όπως σε βολεύει περισσότερο.

Άρθρο της Denida Grow

 
 
 

Σχόλια


bottom of page